Γλώσσα µού δίνουν την τηλεοπτική
Της Πόπης Διαμαντάκου από τα ΝΕΑ
Μια χούφτα έφηβοι µιλούν σαν να τους βάζουν τα δάχτυλα στην πρίζα, µε φωνές στριγκιές, φάλτσες, εκφέροντας τις λέξεις σαν εκπαιδευµένες µάινες και όχι ανθρώπινοι χαρακτήρες
Το πρώτο που εντυπωσιάζει στη σειρά «Ρatty, η πιο όµορφη ιστορία», την οποία προβάλλει το Μega, είναι µια γλώσσα που θυµίζει ελληνικά χωρίς να είναι. Ασυνάρτητη, µπερδεµένη, αφελής και κακόηχη. Κάθε τόσο ακούγονται επιφωνήµατα, τόσο άδεια από το υποτιθέµενο συναίσθηµα που τα προκάλεσε, ώστε ο θεατής νοµίζει ότι ακούει εκπαιδευµένη µάινα και όχι ανθρώπινες φωνές.
Το γεγονός µάλιστα ότι ακούγονται οι διάλογοι µέσα σε µια εργαστηριακή σιωπή, χωρίς κανέναν ήχο από τον περιβάλλοντα χώρο, υπογραµµίζει ακόµη περισσότερο την αίσθηση µιας γυάλινης γλώσσας χωρίς ειρµό.
Προφανώς η µεταγλώττιση θεωρήθηκε απαραίτητη µιας και η εν λόγω σειρά λατινοαµερικανικής καταγωγής όπως όλα τα σύγχρονα σαπουνοπερικά «φρούτα» που έχουν ενσκήψει στην εγχώρια τηλεόραση σαν βολικές «συνταγές» έτοιµης επιτυχίας απευθύνεται υποτίθεται σε πολύ νεανικές ηλικίες.
Η µεταγλώττιση οπτικοακουστικών έργων στις περισσότερες χώρες είναι κανόνας στο πλαίσιο µιας πολιτικής ενίσχυσης της εθνικής γλώσσας. Στις ΗΠΑ για παράδειγµα δεν προβάλλεται κανένα απολύτως µη µεταγλωττισµένο οπτικοακουστικό έργο, εκτός από πολύ εξειδικευµένες προβολές τέχνης. Το ίδιο ακριβώς και στη Γαλλία.
Αν παρόµοια είναι η αιτία για τη µεταγλώττιση της «Ρatty», το πρώτο που κακοποιείται είναι η ελληνική γλώσσα. Γιατί ουδεµία σχέση έχει µαζί της αυτή η µηχανιστική εκφορά ήχων και συλλαβών από φωνές, οι οποίες προσπαθώντας να µιµηθούν και τις ηλικίες των παιδιών, καταφέρνουν να ακούγονται σαν αυτό ακριβώς που είναι: ενήλικοι που µπεµπεκίζουν.
Σαν να µην φτάνουν τα πρότυπα µιας κοινής σαπουνόπερας, µε τα οποία βοµβαρδίζει η σειρά τους εφήβους, όπως για παράδειγµα γυναίκες – «σκύλες», οι οποίες δεν είναι µόνο ενήλικες, αλλά και έφηβες, κοριτσάκια που στο ξεκίνηµα της ζωής τους επιδεικνύουν τέτοιον κυνισµό στην ίντριγκα προκειµένου να κυριαρχήσουν στον µικρό σχολικό περίγυρο, που µπροστά τους θα ωχριούσε ο Νικολό Μακιαβέλι.
Το χειρότερο στην εν λόγω σειρά είναι ότι η γλώσσα που ακούγεται αποπνέει µια ασυναρτησία. Είτε µε τους ψεύτικους ήχους µιας γλώσσας που µοιάζει µε ελληνική χωρίς να είναι, είτε µε τη διαρκή εναλλαγή πρόζας – τραγουδιών, όπου η µεν πρόζα είναι µεταγλωττισµένη, τα δε τραγούδια έχουν διατηρηθεί στην αυθεντική γλώσσα του σίριαλ, η ασυναρτησία µοιάζει µε οργανωµένη επίθεση κατά της αισθητικής ακόµη κι ενός εύπλαστου έφηβου.
Ωστόσο η γλώσσα είναι αυτή που δοµεί τη σκέψη και οι έννοιες των λέξεων τον ανθρώπινο ψυχισµό. Αραγε για ποιο µέλλον µπορούµε να µιλάµε όταν δηµιουργείται η πεποίθηση σε εκείνους που θα σηκώσουν αύριο το βάρος του, ότι η ασυναρτησία είναι τόσο καλή όσο και οποιαδήποτε µορφή γλώσσας;
Μια στιγµή όσο χίλιες λέξεις
Καλεσµένος στην εκποµπή των Αρβανίτη – Κατσίµη (ΝΕΤ) πρωί της περασµένης Παρασκευής ο Νίκος Τουλιάτος, ο καλλιτέχνης που είχε ξεσηκώσει ολόκληρο το Ολυµπιακό Στάδιο και το παγκόσµιο κοινό της τελετής έναρξης µε τους ήχους των τυµπάνων, ο καλύτερος ντράµερ της Ευρώπης. Στην οθόνη προβάλλονται πλάνα από εκείνη τη µεγαλειώδη στιγµή, µε τα τύµπανα να ηχούν. Η ερώτηση είναι «µετά από 6 χρόνια, σήµερα, τι έχει µπροστά του ο καλλιτέχνης;». Η απάντηση κόβει την ανάσα: «Απολύτως τίποτε, δρόµοι κλειστοί, ανεργία, µοναδική λύση η µετανάστευση, φεύγω για Αµερική».
Μπλοκάρει εκείνη τη στιγµή το e-mail των παρουσιαστών µε µηνύµατα του κόσµου που παρακολουθούσε. Ζητούσαν να µείνει ο Νίκος Τουλιάτος, να µιλήσει για την Ελλάδα που τον πληγώνει, αλλά ζητούσαν ταυτοχρόνως να βλέπουν στην οθόνη πλάνα εκείνης της Ολυµπιακής γιορτής. Σαν τα παιδιά που θέλουν να βλέπουν στολισµένα χριστουγεννιάτικα δέντρα, γιατί τους θυµίζουν το γλυκό παραµύθι, να ξεχαστεί για λίγο το βλέµµα από τη διάψευσή του, που έφερε η ενηλικίωση.
Αφασικός αχταρµάς
Στο «Κους-Κους» (Αlpha) αφήνουν επ ολίγον το κουτσοµπολιό για να κάνουν infotainment (τι µόδα κι αυτή!). Επιλέγουν να παρουσιάσουν «θέµατα που απασχόλησαν πολύ τους δηµοσιογράφους», όπως από την περίοδο της ασθένειας του Ανδρέα Παπανδρέου, την αλήστου µνήµης τηλεοπτική αναµετάδοση υπό τον «ιστορικό» τίτλο «Τέντα – Ωνάσειο», µέχρι την υπόθεση των Ιµίων και τη σύλληψη της 17 Ν. Καθένα από αυτά και µια κρίσιµη καµπή της Ιστορίας του τόπου, αλλά και µια κρίσιµη αποκάλυψη ελαττωµάτων στην άσκηση της δηµοσιογραφίας της κάµερας.
Κι όµως, προβάλλονται σαν µια γιρλάντα από φανταχτερές στιγµές που στολίζει το εγχώριο πανηγύρι της τηλεοπτικής δηµοσιογραφίας. Κι όµως, δεν ήταν παρά στιγµές που άφησαν πικρά σηµάδια υπέρβασης των δηµοσιογραφικών ορίων. Το τελευταίο που χρειαζόταν τέτοιες στιγµές ο τόπος ήταν η πολτοποίηση της πραγµατικότητάς του σε µια χαζοχαρούµενη µάζα αδιάφορων τηλεοπτικών στιγµιοτύπων.